Theo Angelopoulos

Theo Angelopoulos (1935-2012)

Theo Angelopoulos left us some days ago, but it seems that only his physical presence has passed away. His films will always be here, continuing to reveal the inner dialectics of our existence. In Angelopoulos’ cinema, the landscapes of Greece join the neighbourhoods of the world and offer ground for universal symbolism, haunted by the presence of the people whose deeds and desires clash with the inevitable hopelessness of their fulfilment.

In an Angelopoulos’ film, the story evolves on the borderline, where presence and absence, need and desire, time and place, individual and collective, emotion and conscience, meet, collide and coexist in a silent or a melodic way. Its beauty and power come from the universality of these encounters.

Theo Angelopoulos

The Weeping Meadow (2004)

In Angelopoulos’ films, space turns into time. Space is no more the story’s setting. It is a depth of field inside which a man’s life experiences are inescapably attached to historical memory and burdened by emotions created by such memory. His films are works of art, where, at first reading, the viewer reads the landscape and spaces as the scene where certain narrative actions take place. Afterwards, a second reading transforms these spaces into independent worlds. In these worlds, the colour references, symbolisms, rituals, historical memory and aesthetic references compress into images, which, entirely free now, trigger off an ongoing reflection on their own constituent components. As it happens with the classical painting masterpieces of the old masters, the first time you lay eyes on them, your mind tries to understand the narrative and comprehend the facts. Afterwards, however, when these first mind games have settled, art comes into the picture (composition, colour qualities, line intensity and correlation of forms), and everything begins to create another truth, a truth in itself, inside which the gaze seeks to submerge, over and over again. A truth that offers the viewer something much more than just a simple aesthetic experience, but rather, a sort of conscience universe (albeit a vague one), to help him in his endeavour to conquer the truth regarding all these questions that drown him.

Theo Angelopoulos

The Travelling Players (1975)

Perhaps the people in Angelopoulos’ movies are not able to change the course of history. Perhaps they are not even real people, but visual forms trapped somewhere inside a sort of heroic desperation, somewhere in between their desires and their duties. Perhaps their actions are left incomplete and hanging in a constant feeling of absence, loss or defeat. Nonetheless, their conscience is always alive and hovers above the facts, inside the space-time, the parameters of which it tries to understand, and keeps struggling, often hopelessly, to find this world’s meaning in the dialectical relations that are making it up, and further tries to find its own place in this ongoing quest. A quest that forms a cultural shelter inside which, like in every other important form of art, the subject — in this case, ourselves — envisions, even if briefly, something from the deeper meaning of its existence. And this is extremely precious in the hard and cynical time that we live in…

Thank you Theo Angelopoulos, and for all of this, we hope you have a great journey!

Because, we too, often feel as though we are strangers in a world that we cannot accept. We too are trying to balance ourselves. Thank you for your valuable contribution in this effort of ours.

(translated by Angeliki Coconi)


Read also:

Theo Angelopoulos at IMDb
Theo Angelopoulos at Wikipedia
Theo Angelopoulos, the official website at theoangelopoulos.com
Theo Angelopoulos at Senses of Cinema
A critical analysis of landmark international and independent cinema – Theo Angelopoulos at Strictly Film School
Theo Angelopoulos obituary at The Guardian.co.uk
The blog of Pantelis Tsavalos at tsavalos.com

.

This article is also available in Greek (read below)


 

Θοδωρος Αγγελοπουλος: Φορος Τιμης

Έφυγε από κοντά μας ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Ως φυσική παρουσία μόνο, γιατί οι ταινίες του είναι πάντα εδώ να μας αποκαλύπτουν την εσωτερική διαλεκτική της ύπαρξης μας. Στο σινεμά του Αγγελόπουλου τα τοπία της Ελλάδας συναντούν τις γειτονιές του κόσμου και γίνονται πεδία οικουμενικών συμβολισμών στοιχειωμένα από την παρουσία των ανθρώπων οι πράξεις και οι επιθυμίες των οποίων έρχονται αντιμέτωπες με τη νομοτελειακή αδυναμία της πραγματοποίησής τους.

Οι ταινίες του Αγγελόπουλου είναι μεταιχμιακά σημεία στα οποία συναντιούνται συγκρούονται και συνυπάρχουν, σιωπηλά ή μελωδικά, η παρουσία με την απουσία, η ανάγκη με το χρέος, ο χώρος με τον χρόνο, το ατομικό με το συλλογικό και το αίσθημα με τη συνείδηση. Η ομορφιά και η δύναμή τους προέρχεται από την οικουμενικότητα αυτών των συναντήσεων.

Στις ταινίες του Αγγελόπουλου ο χώρος μετατρέπεται σε χρόνο. Δεν είναι σκηνικό ιστοριών. Είναι ένα βάθος πεδίου μέσα στο οποίο αποτυπώνονται συμπυκνωμένες οι βιωματικές εμπειρίες αναπόδραστα δεμένες με την ιστορική μνήμη και το βάρος των αισθημάτων που αυτή δημιουργεί. Είναι έργα τέχνης στα οποία η πρώτη ανάγνωση διαβάζει το τοπίο και τους χώρους σαν σκηνή όπου διαδραματίζονται συγκεκριμένες αφηγηματικές δράσεις. Στη συνέχεια, καθώς αυτή η πρώτη ανάγνωση έχει πια κατακτηθεί, μεταμορφώνονται σε αυτόνομους χώρους στους οποίους οι χρωματικές αναφορές, οι εικονολογικοί συμβολισμοί, οι τελετουργικές δράσεις, οι ιστορικές μνήμες και οι αισθητικές αναφορές συμπυκνώνονται σε εικόνες που, αυτονομημένες πλέον, πυροδοτούν ένα είδος αναστοχασμού για όλα τα συστατικά τους. Είναι όπως στα μεγάλα έργα τέχνης της ζωγραφικής των παλαιών δασκάλων, που την πρώτη φορά που τα βλέπεις ο νους σου προσπαθεί να κατανοήσει την αφήγηση και τα δεδομένα της και μετά, όταν αυτά τα πρώτα παιγνίδια του μυαλού έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, παίρνουν σειρά τα ίδια τα συστατικά της ζωγραφικής (η διάταξη της σύνθεσης, οι ποιότητες του χρώματος, η ένταση της γραμμής, οι συσχετισμοί της φόρμας) κι αρχίζουν να συγκροτούν μιαν αλήθεια καθαυτή, μέσα στην οποία το βλέμμα αποζητά να βυθιστεί, ξανά και ξανά, καθώς φαίνεται να προσφέρει στον άνθρωπο κάτι πολύ παραπάνω από μια απλή αισθητική εμπειρία, ένα είδος, έστω και ασαφούς, συγκρότησης του συνειδησιακού του σύμπαντος στην προσπάθεια του να κατακτήσει την αλήθεια για τα ερωτήματα που τον κατατρύχουν.

Μπορεί οι άνθρωποι στις ταινίες του Αγγελόπουλου να μην μπορούν να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας, ίσως δεν πρόκειται καν για κανονικούς ανθρώπους, αλλά για εικαστικές φόρμες με κυτταρική μνήμη παγιδευμένες σε ένα είδος ηρωικής απελπισίας, ανάμεσα στα θέλω και τα πρέπει τους. Μπορεί οι πράξεις τους να μένουν ημιτελείς και μετέωρες τυλιγμένες σε ένα αίσθημα απουσίας, απώλειας ή ήττας, αλλά η συνείδησή τους είναι δρώσα, πλανιέται πάνω από τα γεγονότα, μέσα στον χώρο-χρόνο και στοχάζεται για τις παραμέτρους που τον απαρτίζουν, αναζητά, συχνά απελπισμένα, το νόημα του κόσμου στις διαλεκτικές σχέσεις που το συγκροτούν και προσπαθεί να εντοπίσει τη δική της θέση σ’ αυτήν την αναζήτησή. Μια αναζήτηση που αποτελεί ένα είδος πολιτιστικού καταφυγίου μέσα στο οποίο, όπως σε κάθε σημαντική μορφή τέχνης, το δρών υποκείμενο – εμείς – συλλαμβάνει έστω και πρόσκαιρα, κάτι από το βαθύτερο νόημα της ύπαρξης του, κι αυτό είναι πολύτιμο στους χαλεπούς και κυνι-κούς καιρούς που ζούμε…

Σ’ ευχαριστούμε Θόδωρε Αγγελόπουλε γι’ αυτό και σου ευχόμαστε καλό ταξίδι!

Κι εμείς, συχνά, αισθανόμαστε ‘ξένοι σε έναν κόσμο που δεν μπορούμε να αποδεχτούμε’, κι εμείς προσπαθούμε να ισορροπήσουμε και σ’ ευχαριστούμε για το πολύτιμο ζύγι που μας χαρίζεις σ’ αυτήν μας την προσπάθεια.